5008/2025 ΕΦ ΑΘΗΝΩΝ (ΤΡΙΜ) ( 893474)
(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, εκδοθείσας βάσει αξίωσης από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Προϋποθέσεις έκδοσης διαταγής πληρωμής. Σε περίπτωση ανακοπής κατά αυτής, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, το δικαστήριο δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε. Τιτλοποίηση απαιτήσεων. Εταιρίες ειδικού σκοπού ως μη δικαιούχοι μη υπόχρεοι διάδικοι και νομιμοποίηση αυτών προς διενέργεια διαδικαστικών πράξεων. Απορρίπτει την έφεση κατά της υπ’ αρίθμ 2674/2023 ΠΠΡ ΑΘ απόφασης. Αναβολή συζήτησης. Προϋποθέσεις προλεχθείσας. Εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της παραπομπής μετά την αναίρεση.
Αναστέλλει τη συζήτηση της έφεσης.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός Αποφάσεως 5008/2025
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 14°
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνα Ράπτη, Πρόεδρο Εφετών, Βασιλική Καρβέλα και Μαρία Σκάρπου -Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Ερασμία Κανατά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 3η Απριλίου 2025 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων με την επωνυμία «…… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» και τον διακριτικό τίτλο «…….», που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων, …….., με ΑΦΜ ……., συσταθείσας και αδειοδοτηθείσας σύμφωνα με τον Ν. 4354/2015 και την υπ`αρ. 118/19.05.2017 ΠΕΕ δυνάμει της υπ`αρ. 326/2/17-9-2019 απόφασης της ΕΠΑΘ της ΤτΕ (ΦΕΚ Β` 3533/20-9-2019), νομίμως εκπροσωπούμενης, ενεργούσα ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος, διαχειρίστρια και πληρεξούσια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «………» (……….), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας (οδός ………, 4ος όροφος IFSC, Δουβλίνο 1, με αρ. μητρώου εταιρειών Ιρλανδίας ……..), νομίμως εκπροσωπούμενης, δυνάμει της από 1-3-2021 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (με αρ. πρωτ. …./17-3-2021, στον τόμο …. με α/α ….), ούσας της τελευταίας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ……. ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …….., με ΑΦΜ ………. και αρ. ΓΕΜΗ ………, καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ………. Ανώνυμος Εταιρεία» με ΑΦΜ ……… και αρ. Γ.Ε.ΜΗ. …….., κατόπιν μεταβίβασης σε αυτήν από την τελευταία επιχειρηματικών απαιτήσεων στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 21-7-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, διεπομένης από τα άρθ. 10 & 14 Ν. 3156/2003, νομίμως δημοσιευθείσας σε περίληψη στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (με αρ. πρωτ. …../2-7-2020 στο τόμο … με α/α ……), η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Αρμακόλα με ΑΜΔΣΑ 16113.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……… ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΟΙΚΙΑΚΟΥ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ, ΠΑΙΧΝΙΔΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ» και τον δ.τ. « ……» που εδρεύει στο ……. Αττικής, οδός ……, με ΑΦΜ ……., νομίμως εκπροσωπούμενης, 2) ………. του ……., κατοίκου …….. Αττικής, οδός …….., με ΑΦΜ …….. και 3) ……….. του …….., κατοίκου …….. Αττικής, οδός …….. με ΑΦΜ ………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καλτσά με AM ΔΣ Πειραιώς 003231.
Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν τα ακόλουθα δικόγραφα: (Α) η από 15.3.2022 και με αριθμούς κατάθεσης …/…/16.3.2022 ανακοπή κατά της υπ` αριθ. 1076/2022 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που άσκησαν οι εφεσίβλητοι κατά της εκκαλούσας και (Β) το από 23.9.2022 και με αριθμούς κατάθεσης …/…/26.9.2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής κατά της άνω διαταγής πληρωμής που άσκησαν οι ίδιοι ως άνω εφεσιβλήτοι κατά της εκκαλούσας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (τακτική διαδικασία – τμήμα εμπορικό), με την 2674/25.7.2023 απόφασή του αφού συνεκδίκασε τα παραπάνω δικόγραφα κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών και όχι κατά την τακτική διαδικασία κατά την οποία είχαν εισαχθεί, αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την 1076/2022 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την παραπάνω απόφαση προσέβαλε η καθής η ανακοπή με την από 26.10.2023 και με αριθμούς κατάθεσης ενώπιον της γραμματείας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου …/…/30.10.2023 (με στοιχεία προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου …/…/30.10.2023) έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 7.11.2024 ημεροχρονολογία κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπροθέσμως τις προτάσεις τους και παρέστησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένδικη έφεση με την οποία πλήττεται η με αριθμό 2674/25.7.2023 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 632 § 1 και 2 και 614 επ. ΚΠολΔ, επί της από 15.3.2022 και με αριθμούς κατάθεσης …/…/16.3.2022 ανακοπής των ανακοπτόντων και ήδη εφεσιβλήτων και επί του από 23.9.2022 και με αριθμούς κατάθεσης …/…./26.9.2022 δικογράφου πρόσθετων λόγων ανακοπής που αυτοί άσκησαν σε βάρος της καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας κατά της υπ` αριθ. 1076/2022 διαταγής πληρωμής της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και με την οποία (εκκαλουμένη) έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η ως άνω 1076/2022 Διαταγή Πληρωμής, αρμοδίως εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 19 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 30.10.2023 (αριθμός κατάθεσής της ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου …/…/30.10.2023), ήτοι εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση, στις 25.7.2023 της εκκαλούμενης απόφασης, δεδομένου ότι δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έχει λάβει χώρα επίδοση αυτής (άρθρα 495 παρ. 1-2, 496-500, 511, 513 παρ. 1 περ. β` εδ. σ`, 516, 517, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, από το Δικαστήριο αυτό, που είναι καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρο 19 ΚΠολΔ), ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια, ως άνω διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), λαμβανομένου υπόψη και του ότι, για το παραδεκτό της άσκησης της έφεσης έχει καταβληθεί και το νόμιμο παράβολο, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 Α περ. γ του ΚΠολΔ (βλ. σχετικά το αντίγραφο του υπ`αρ. ……./2023 ηλεκτρονικό παράβολο με τη συνημμένη σε αυτό σχετική απόδειξη πληρωμής του) και προσκομίζεται για το παραδεκτό της κατάθεσης ενδίκου μέσου το με αρ. Π….. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ.
Στην προκειμένη περίπτωση οι ανακόπτοντες- ασκούντες πρόσθετους λόγους ανακοπής και ήδη εφεσίβλητοι με την από 15.3.2022 και με αριθμούς κατάθεσης …/…/16.3.2022 ανακοπή τους και το από 23.9.2022 και με αριθμούς κατάθεσης …/…./26.9.2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής τους που άσκησαν σε βάρος της καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ζήτησαν την ακύρωση της 1076/2022 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία αυτοί επιτάσσονται να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος στην ως άνω καθής η ανακοπή- και ήδη εκκαλούσα, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 1.7.2021 (επομένη τελευταίου ανατοκισμού) με επιτόκιο υπερημερίας το συμφωνηθέν συμβατικό .επιτόκιο πλέον 2,5%, ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο, το ποσό του 1.000.000 ευρώ, το οποίο παριστά μέρους του συνολικού ύψους των 2.692.806,31 ευρώ της απαίτησης της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…… ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …… ΑΕ» καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …… Ανώνυμος Εταιρεία», ειδικής διαδόχου της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ …….» απορρέουσα από την υπ`αρ……/29.12.2009 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό σε συνδυασμό και με τις πρόσθετες πράξεις αυτής, που συνήφθησαν μεταξύ αφενός της τελευταίας και αφετέρου των ανακοπτόντων και δη της πρώτης εξ αυτών ως πρωτοφειλέτριας και του δεύτερου και τρίτου εξ αυτών ως εγγυητών που εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες την προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρώτης ανακόπτουσας πρωτοφειλέτιδας εταιρίας για τους αναφερόμενους στην ως άνω ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής λόγους και να καταδικασθεί η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα σε καταβολή της εν γένει δικαστικής τους δαπάνης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2674/25.7.2023 απόφασή του αφού συνεκδίκασε τα παραπάνω δικόγραφα κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών και όχι κατά την τακτική διαδικασία κατά την οποία είχαν εισαχθεί, αντιμωλία των διαδίκων, έκρινε ότι οι υπ`αρ. ….. και …/17.3.2021 συμβάσεις διαχείρισης απαιτήσεων που η καθής η ανακοπή συνυπέβαλε σε περίληψη στην αίτησή της προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και προσκόμισε σε περίληψη στο Δικαστή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής δεν μνημονεύουν ρητά ότι διά αυτών ανατίθεται η διαχείριση της επίδικης απαίτησης στην καθής η ανακοπή «…… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» ή έστω όλων των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν στην ως άνω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……..» με την από 21.7.2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων και ότι δεν προσκομίστηκε στον εκδόσαντα την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής Δικαστή Παράρτημα της εν λόγω σύμβασης διαχείρισης με συγκεκριμένη αναφορά στη μεταβιβασθείσα επίδικη απαίτηση με συνέπεια να μην αποδεικνύεται ότι η καθής η ανακοπή «……… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» νομιμοποιείτο ενεργητικά ως μη δικαιούχος διάδικος να υποβάλει αίτηση προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Έτσι δέχθηκε ότι εξέλιπε η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της ενεργητικής νομιμοποίησης της καθής για τη νόμιμη έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο τον πρώτο λόγο ανακοπής και, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων της ανακοπής και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την 1076/2022 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συμψήφισε δε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων με την αιτιολογία ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής και ότι υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης.
Ήδη με την υπό κρίση έφεση η καθής η ανακοπή και ήδη εκκαλούσα παραπονείται κατά της εκκαλούμενης απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η από 15.3.2022 και με αριθμούς κατάθεσης …./…/16.3.2022 ανακοπή και το από 23.9.2022 και με αριθμούς κατάθεσης …/…/26.9.2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής των ανακοπτόντων και ήδη εφεσιβλήτων και να καταδικασθούν αυτοί στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή και ότι σε αυτή πρέπει να επισυνάπτονται όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει, μεταξύ άλλων, η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και το πρόσωπο του δικαιούχου, στα οποία, σε περίπτωση ειδικής ή καθολικής διαδοχής στο πρόσωπο του αιτούντος ή σε περίπτωση οιαδήποτε άλλης μεταβολής στα υποκείμενα της ουσιαστικής έννομης σχέσης περιλαμβάνονται και τα απαιτούμενα προς τούτο νομιμοποιητικά έγγραφα και δη εκείνων που αποδεικνύουν την ενεργητική του νομιμοποίηση στην άσκηση της αίτησης. Αν δεν προσκομισθούν στον αρμόδιο δικαστή το αργότερο πριν την έκδοση της διαταγής πληρωμής τα ανωτέρω έγγραφα, ο τελευταίος οφείλει, κατ` άρθρο 628 παρ. Ια ΚΠολΔ, να απορρίψει τη σχετική αίτηση ως απαράδεκτη. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του καθού η διαταγή, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της ουσιαστικής απαίτησης με τη βραδύτερη (μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής) προσαγωγή των ως άνω αποδεικτικών εγγράφων. Έτσι το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, εάν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν μέχρι την ημέρα έκδοσης της διαταγής πληρωμής, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, καθώς και η νομιμοποίηση του αιτούντος και του καθού η αίτηση σε περίπτωση διαδοχής, δεν μπορεί να διαγνώσει, στηριζόμενο σε άλλα στοιχεία, διαφορετικά από αυτά, που προσκομίστηκαν και υποβλήθηκαν στο δικαστή που εξέδωσε τη διαταγή και συγκεκριμένα σε έγγραφα προσκομιζόμενα το πρώτον στη δίκη της ανακοπής, αλλά οφείλει να δεχθεί το αίτημα της ανακοπής και να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, χωρίς όμως η απόφαση αυτή να παράγει δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη της απαίτησης, η οποία δεν διαγνώσθηκε (ΑΠ 438/2025, 1590/2022, ΑΠ 1268/2022, ΑΠ 914/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ν. 3156/2003 “Ομολογιακά δάνεια, Τιτλοποίηση απαιτήσεων από ακίνητα κλπ”, για τους σκοπούς του νόμου αυτού, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγω πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνο, ομολογιών οποιουδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση των οποίων πραγματοποιείται: α) από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων. Ως “ιδιωτική τοποθέτηση” θεωρείται η διάθεση των ομολογιών σε περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα, “Μεταβιβάζων”, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και “αποκτών” μόνο νομικό πρόσωπο – ανώνυμη εταιρία – με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρία Ειδικού Σκοπού, σύμφωνα με την ορολογία που έχει επικρατήσει διεθνώς). Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και “τιτλοποιεί” τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα, “ομολογίες”, ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 € η κάθε μία (βλ. παρ. 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγω πωλήσεως) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρίας προς μια άλλη εταιρία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου, το οποίο η λήπτρια εταιρία εκδίδει για το σκοπό αυτό και το διαθέτει σε τρίτους (επενδυτές) και στη συνέχεια με το αντίτιμο των ομολόγων εξοφλεί το τίμημα της αγοράς. Η πώληση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 513 επ. του ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επ. του ΑΚ, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού (παρ. 6). Η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 8). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης και η μεταβίβαση αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την εταιρεία ειδικού σκοπού στον οφειλέτη (παρ. 9). Ως αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 8 του ίδιου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παρ. 1. Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/30-10-2003 – ΦΕΚ Β` 1688/2003 υπουργική απόφαση και ήδη με την 20783/09-11-2020 – ΦΕΚ Β` 4944/09-11-2020 – απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακείο δε, έως την ίδρυση τους με π.δ/γμα, ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Συνοπτικά, τα στοιχεία που περιέχονται στο άνω έντυπο με την προκαθορισμένη μορφή είναι: α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, β) οι όροι της σύμβασης (λ.χ. νόμισμα και ποσό του τιμήματος της αγοράς), γ) ο τύπος των επιχειρηματικών απαιτήσεων, δ) το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ε) τα στοιχεία των οφειλετών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Περαιτέρω, ο ως άνω νόμος προβλέπει ότι επί μιας τέτοιας μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων από Τράπεζα σε μία εταιρία ειδικού σκοπού είναι δυνατό να ανατεθεί, με σύμβαση που συνάπτεται εγγράφως και σημειώνεται στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 (παρ. 16), η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που παρέχει νομίμως υπηρεσίες, σύμφωνα με το σκοπό του, στον Ευρωπαϊκό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή και σε τρίτο, εφόσον ο τελευταίος είτε είναι εγγυητής των μεταβιβαζόμενων απαιτήσεων είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξη των απαιτήσεων πριν τη μεταβίβασή τους στον αποκτώντα. Αν η εταιρεία ειδικού σκοπού (απόκτησης) δεν εδρεύει στην Ελλάδα και οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις είναι απαιτήσεις κατά καταναλωτών πληρωτέες στην Ελλάδα, τα πρόσωπα στα οποία ανατίθεται η διαχείριση πρέπει να έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Σε περίπτωση υποκατάστασης του διαχειριστή, ο υποκατάστατος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διαχειριστή” (παρ. 14). Στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 της έδρας του μεταβιβάζοντας σημειώνεται η σύμφωνα με την παράγ. 14 ανάθεση της διαχείρισης και κάθε σχετική μεταβολή, (παρ. 17). Σύμφωνα εξ άλλου με την ΥΑ161338 ΦΕΚ Β 1688/2003 (Καθορισμός εντύπου δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 του ν. 3156/2003), οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό συμβάσεις, συντάσσονται σε έντυπο, το οποίο εκτυπώνεται σε λευκό χαρτί γραφής 100 γραμμαρίων και-αποτελείται από ένα φύλλο. Το φύλλο έχει διαστάσεις 42 εκατοστά (πλάτος) επί 29.7 εκατοστά (μήκος) και διαιρείται σε δύο ημίφυλλα. Στην πρώτη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: 1) τα στοιχεία των συμβαλλομένων, 2) οι όροι της σύμβασης (το νόμισμα και ποσό του τιμήματος αγοράς, ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης πώλησης, εφαρμοστέο δίκαιο και δικαιοδοσία και λοιποί ουσιώδεις όροι), 3) ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαντήσεων (γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης και νόμισμα). Στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται: το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, τα ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις των οφειλετών και εγγυητών και οι παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Στην ίδια σελίδα τίθενται επίσης η ημερομηνία και οι υπογραφές των συμβαλλομένων και η θεώρηση αυτών. Στην τρίτη σελίδα του εντύπου καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών. Η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση κρίθηκε απαραίτητη για τον εκσυγχρονισμό των χρηματοδοτικών τεχνικών στην Ελλάδα προς όφελος των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας όπως ρητά αναφέρεται και στην οικεία εισηγητική έκθεση. Ειδικότερα με το άρθρο 10 του άνω νόμου προβλέπεται ρύθμιση για την τιτλοποίηση απαιτήσεων που αποτελούν έναν ιδιαίτερα διαδεδομένο τρόπο χρηματοδότησης στην αλλοδαπή καλύπτοντας (κατ` αρχήν απαιτήσεις από στεγαστικά δάνεια) και στη συνέχεια πάσης φύσεως επιχειρηματικές απαιτήσεις (π.χ. απαιτήσεις μιας τράπεζας από δάνεια που αποτελούν μια από τις πλέον διαδεδομένες περιπτώσεις τιτλοποιήσεων διεθνώς). Στην πιο απλή μορφή της συνίσταται στην εκχώρηση απαιτήσεων από έναν ή περισσοτέρους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μια άλλη εταιρεία που έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) Προκειμένου εμπορικές επιχειρήσεις (πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις) να αντλήσουν περισσότερα κεφάλαια για τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες προσφεύγουν στον συγκεκριμένο θεσμό μεταβιβάζοντας τις επιχειρηματικές τους απαιτήσεις λόγω πώλησης στις προς τούτο συνιστάμενες εταιρείες ειδικού σκοπού, οι οποίες τις «τιτλοποιούν» ενσωματώνοντας τες σε ομολογίες που εκδίδουν συγκεκριμένης ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ εκάστη που εν συνεχεία διαθέτουν (με ιδιωτική τοποθέτηση) σε ένα περιορισμένο κύκλο προσώπων όχι άνω των 150, η δε εξόφλησή τους πραγματοποιείται από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή από δάνεια πιστώσεις ή συμβάσεις παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων, β) Η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων επέρχεται από την καταχώρηση της σχετικής έγγραφης σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθ. 3 του ν. 2844/2000. γ) Η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται με σύμβαση εντολής/διαχείρισης από την αποκτώσα εταιρεία ειδικού σκοπού με έγγραφη σύμβαση, σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, νομίμως λειτουργούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, στον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο (είτε είναι εγγυητής των εν λόγω απαιτήσεων, είτε ήταν επιφορτισμένος με τη διαχείριση ή την είσπραξή τους πριν τη μεταβίβαση), καταχωρίζεται δε και αυτή η σύμβαση (όπως κάθε μεταβολή) στο παραπάνω δημόσιο βιβλίο, δ) Επιτρέπεται η μεταγενέστερη συμφωνία για την αναμεταβίβαση στον μεταβιβάζοντα απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν για σκοπούς τιτλοποίησης, για δε τη σημείωση της μεταβολής του δικαιούχου στη συγκεκριμένη περίπτωση αρκεί η καταχώρηση στο δημόσιο βιβλίο του άνω νόμου, ε) οι εν λόγω συμβάσεις (τιτλοποίησης) συντάσσονται σε συγκεκριμένο έντυπο (όπως τούτο περιγράφεται λεπτομερώς στην προμνημονευθείσα ΥΑ161338/2003), με αναφορά στην πρώτη σελίδα αυτού των στοιχείων των συμβαλλομένων, των όρων της σύμβασης, του τύπου των μεταβιβαζομένων επιχειρήσεων, ενώ στη δεύτερη σελίδα του εντύπου αναγράφονται το οφειλόμενο κεφάλαιο ανά επιχειρηματική απαίτηση και ανά σύνολο, ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις οφειλετών και εγγυητών, παρεπόμενες εμπράγματες και ενοχικές απαιτήσεις. Τέλος στην τρίτη σελίδα καταχωρίζονται οι τυχόν μεταβολές των συμβάσεων αυτών, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενες, κατόπιν «αποτιτλοποίησης αποχαρακτηρισμού των δανείων», όρος που καθιερώθηκε κατά τη διαδικασία επαναμεταβίβασης στον αρχικό δικαιούχο των εκχωρηθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων από τις εν λόγω δανειακές συμβάσεις, ο οποίος και χρησιμοποιείται κατά την καταχώρισή τους στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000. Ενόψει αυτών, για να συντρέχουν οι προϋποθέσεις νομιμοποίησης εταιρίας ειδικού σκοπού και συναφώς οι προϋποθέσεις για την έκδοση από αυτήν διαταγής πληρωμής από απαίτηση προερχόμενη από σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, η οποία έχει εκχωρηθεί βάσει σύμβασης εκχώρησης απαιτήσεων τιτλοποιηθεισών κατά την έννοια του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 πρέπει να προσκομίζονται: α) σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό ή/και της πρόσθετης πράξης, β) απόσπασμα από εμπορικά βιβλία της τράπεζας, στο οποίο αποτυπώνεται η κίνηση των τηρουμένων προς εξυπηρέτηση της δανειακής σύμβασης λογαριασμών, το οποίο (απόσπασμα) βάσει όρου της σχετικής σύμβασης αποτελούσε πλήρη απόδειξη, γ) εξώδικη καταγγελία της σύμβασης πίστωσης, δ) φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης καταχώρησης περίληψης της σύμβασης εκχώρησης επιχειρηματικών απαιτήσεων στο ενεχυροφυλακείο Αθηνών στα δημόσια βιβλία του άρθρου 3 Ν.2844/2000, που τηρούνται σ` αυτό, ε) φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης καταχώρησης περίληψης της σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακεϊου Αθηνών του άρθρου 3 Ν. 2844/2000, που τηρούνται σ` αυτό, στ) φωτοαντίγραφο αποσπάσματος καταλόγου, που χορηγήθηκε από το ενεχυροφυλακείο Αθηνών από το καταχωρηθέν στα βιβλία του Ν. 2844/2000, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία των οφειλετών και των μεταβιβασθεισών επιχειρηματικών απαιτήσεων, μετά των παρεπομένων ενοχικών και εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους, ζ) φωτοαντίγραφο της βεβαίωσης καταχώρησης περίληψης της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και τυχόν μεταβολών – προσθηκών της σύμβασης αυτής στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακεϊου Αθηνών και η) φωτοαντίγραφο αποσπάσματος καταλόγου, που χορηγήθηκε από το Ενεχυροφυλακείο Αθηνών από το καταχωρηθέν στα βιβλία του Ν. 2844/2000, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία των οφειλετών, σε περίπτωση δε που υπάρχει αναμεταβίβαση της επίδικης απαίτησης που είχε μεταβιβαστεί για τους σκοπούς της τιτλοποίησης στην εταιρεία ειδικού σκοπού και αποχαρακτηρίσθηκε, να προκύπτει από την ως άνω υπό στοιχείο (ζ) βεβαίωση, καταχώριση της μεταβολής αυτής στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σε συνδυασμό με το ως άνω υπό στοιχείο (στ) απόσπασμα του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών εκ του παραρτήματος της καταχωρηθείσας σύμβασης, από το οποίο προκύπτει ότι μεταξύ των απαιτήσεων που αποχαρακτηρίσθηκαν και αναμεταβιβάστηκαν περιλαμβάνεται και η επίδικη (ad hoc 909/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ). Εξάλλου, με τον ν. 4354/2015 “Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κλπ”, εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη δύο διακριτά εταιρικά σχήματα οι “εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΑΑΔΠ) και οι “εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις” (ΕΔΑΔΠ), οι οποίες δραστηριοποιούνται υπό την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ προβλέπονται δύο νέα συμβατικά μορφώματα, η σύμβαση πώλησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και η σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Αμφότερα τα συμβατικά μορφώματα υπόκεινται σε σοβαρούς περιορισμούς, ως προς τον τύπο, τα πρόσωπα που δικαιούνται να συμβληθούν και το περιεχόμενό τους, που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 3 του άνω Ν. 4354/2015. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 β του Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4643/2019, η μεταβίβαση απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια, που έχουν χορηγήσει ή χορηγούν πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλην της περίπτωσης δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, μπορεί να λάβει χώρα μόνο λόγω πώλησης, δυνάμει σχετικής έγγραφης συμφωνίας, σύμφωνα και με τα όσα προβλέπονται στο άρθρο 3, προς τους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά, ήτοι: αα) Ανώνυμες εταιρίες που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, εδρεύουν στην Ελλάδα και καταχωρίζονται στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ββ) Εταιρίες που έχουν έδρα στον Ευρωπαϊκό Χώρο, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γγ) Εταιρίες που έχουν έδρα σε τρίτες χώρες, που σύμφωνα με το καταστατικό τους μπορούν να προβαίνουν σε απόκτηση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, υπό την επιφύλαξη διατάξεων της ενωσιακής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν διακριτική ευχέρεια να εγκαθίστανται στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η έδρα τους δεν βρίσκεται σε κράτος που έχει προνομιακό φορολογικό καθεστώς ή σε μη συνεργάσιμο κράτος. Συνεπώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, στη σύμβαση μεταβίβασης (πώλησης) απαιτήσεων από πιστώσεις και δάνεια που έχουν χορηγήσει πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να είναι, ως πωλητές μόνο πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα και ως αγοραστές μόνον ΕΑΑΔΠ (Εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 α του ως άνω Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4643/2019, η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, καθώς και των απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, εκτός των αναφερόμενων στην περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014, ανατίθεται στους κατωτέρω, ως προς μεν τα πιστωτικά και χρηματοδοτικό ιδρύματα αποκλειστικά, ως προς δε τις εταιρίες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας δυνητικά: ήτοι, αα) σε ανώνυμες εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις, ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, υπό την επιφύλαξη της παρ. 20, που εδρεύουν στην Ελλάδα και ββ) σε εταιρίες που εδρεύουν σε κράτος – μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, με την προϋπόθεση ότι έχουν εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, με σκοπό τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2013/36 (EEL 176/338/27-6-2013), καθώς και της Οδηγίας 2004/39 (EEL 145/2004) και της περίπτωσης δ` της παρούσας παραγράφου. Δηλαδή, στη σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις δύνανται να συμβάλλονται αφενός πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) και αφετέρου ΕΔΑΔΠ (Εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις). Εξάλλου, οι ΕΔΑΔΠ (Εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) είναι ανώνυμες εταιρίες ειδικού και αποκλειστικού σκοπού, που αποτελούν χρηματοδοτικά ιδρύματα, λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας από την ΤτΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εποπτεύονται, για τη συμμόρφωσή τους προς τις διατάξεις του παρόντος νόμου από την Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 1 περ. α`, όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. α` αντικαταστάθηκε με το άρθρο 69 παρ. 1 του Ν. 4549/2018). Αντικείμενο της δραστηριότητάς τους ορίζεται η διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούνται ή έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα (καθώς και απαιτήσεων εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας) (άρθρο 1 παρ. α`), οι οποίες (απαιτήσεις) μπορεί να είναι είτε καθυστερούμενες είτε ενήμερες. Περαιτέρω, το άρθρο 2 παρ. 1-3 του ν. 4354/2015, όπως αντί καταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 70 του Ν. 4389/2016, προβλέπει ότι στις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) δύναται να ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων που έχουν χορηγηθεί ή χορηγούνται από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, πλην του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (περίπτωση δ της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του Ν. 4261/2014). Η παραπάνω ρύθμιση εισάγει διττό περιορισμό ως προς το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της, καθόσον, αφενός μεν εξουσιοδοτών (αναθέτων την διαχείριση) μπορεί να είναι μόνον πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΑΑΔΠ (Εταιρία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις), αφετέρου δε διαχειριστής μπορεί να είναι μόνον ΕΔΑΔΠ (Εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) που έχει λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος (1 παρ. 1 α` Ν. 4354/2015). Επίσης, η πώληση και μεταβίβαση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων και πιστώσεων, που έχουν χορηγηθεί από πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ρυθμίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 4354/2015, και μπορεί να γίνει μόνο προς αδειοδοτημένη ΕΑΑΔΠ (Εταιρεία απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις) (ή ανάλογη αλλοδαπή εταιρία που έχει εγκατασταθεί νόμιμα στην Ελλάδα, με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 β` περιπτ. ββ και γγ Ν.4354/2015) και διέπονται (όπως και στις περιπτώσεις της μεταβίβασης απαιτήσεων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων), η μεν πώληση από τις διατάξεις του άρθρου 513 επομ. ΑΚ, η δε μεταβίβαση από τις διατάξεις των άρθρων 455 επομ. ΑΚ (άρθρο 3 παρ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, η σύμβαση ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων από συμβάσεις δανείων ή και πιστώσεων προς τις Ε.Δ.Α.Δ.Π (Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις) υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο (Ν. 4354/2015) και περιλαμβάνει, κατ` ελάχιστο περιεχόμενο, τα ακόλουθα: (α) τις προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης, (β) τις πράξεις της διαχείρισης, οι οποίες μπορεί να συνίστανται ιδίως στη νομική και λογιστική παρακολούθηση, την είσπραξη, τη διενέργεια διαπραγματεύσεων με τους οφειλέτες των προς διαχείριση απαιτήσεων και τη σύναψη συμβάσεων συμβιβασμού κατά την έννοια των άρθρων 871 – 872 ΑΚ ή ρύθμισης και διακανονισμού οφειλών σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας, όπως έχει θεσπισθεί με την υπ` αριθμ. 116/25.8.2014 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος κατ` εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4224/2013 και (γ) την καταβλητέα αμοιβή διαχείρισης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να μετακυλίεται στον υπόχρεο καταβολής της απαίτησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 περ. γ του ν. 4354/2015, η πώληση των παραπάνω απαιτήσεων είναι ισχυρή, μόνο εφόσον έχει υπογράφει συμφωνία ανάθεσης διαχείρισης μεταξύ εταιρίας απόκτησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις και εταιρίας διαχείρισης απαιτήσεων, που αδειοδοτείται και εποπτεύεται κατά τον παρόντα νόμο από την Τράπεζα της Ελλάδος, τα δε δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες, λόγω πώλησης, απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης. Από τον συνδυασμό, άλλωστε, των διατάξεων των άρθρ. 1 παρ. 1 στ. β` και γ`, 2 παρ. 2 περ. β` και 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015, συνάγεται το συμπέρασμα ότι στην περίπτωση κατά την οποία η απαίτηση πιστωτικού ιδρύματος μεταβιβάζεται σε Ε.Α.Α.Δ.Π., η οποία υποχρεωτικά και ως προϋπόθεση του κύρους της εν γένει μεταβίβασης της απαίτησης οφείλει να έχει αναθέσει εκ των προτέρων, μάλιστα, τη διαχείριση σε Ε.Δ.Α.Δ.Π., η νομιμοποίηση της τελευταίας θα είναι αποκλειστική, από τη στιγμή που κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις μπορούν να ασκηθούν μόνο μέσω της Ε.Δ.Α.Δ.Π., κατ` αποκλεισμό της αληθούς δικαιούχου Ε.Α.Α.Δ.Π., ενόψει και της εμφατικής περί τούτου διατύπωσης της διάταξης του άρθρ. 1 παρ. 1 στ. γ` Ν. 4354/2015. Όπως συνάγεται ευθέως από τη διάταξη του άρθρ. 2 παρ. 4 Ν. 4354/2015, η νομιμοποίηση της Ε.Δ.Α.Δ.Π. είναι εξαιρετική, αφού αυτή νομιμοποιείται στην άσκηση ένδικων βοηθημάτων προς τον σκοπό είσπραξης των υπό διαχείριση απαιτήσεων ως μη δικαιούχος διάδικος. Αναφορικά με την παθητική νομιμοποίηση της Ε.Δ.Α.Δ.Π. ο Ν. 4354/2015 δεν προβλέπει μεν σχετική ρύθμιση, παρά τη διαλαμβανόμενη στην αιτιολογική έκθεση του νόμου πρόβλεψη περί ρύθμισης της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης για την εξωδικαστική και ενώπιον των δικαστηρίων παράστασης των Ε.Δ.Α.Δ.Π. με την παρ. 4 του άρθρου 2, πλην, όμως, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης δεν δικαιολογείται, τυχόν δε άρνηση της σχετικής δικονομικής δυνατότητας θα οδηγούσε σε ουσιώδη αναίρεση του οικονομικού σκοπού της Ε.Δ.Α.Δ.Π. και σε ανασφάλεια δικαίου. Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης, ο νομοθέτης προέβλεψε ρητά μόνο τη συμμετοχή της Ε.Δ.Α.Δ.Π. σε διαδικασίες συλλογικής εκτέλεσης, πτωχευτικές και προπτωχευτικές, καταλείποντας αρρύθμιστο το ζήτημα της συμμετοχής της στην επίσπευση ατομικής διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. Τυχόν άρνηση, όμως, της νομιμοποίησης της Ε.Δ.Α.Δ.Π. στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης θα αντέβαινε ευθέως στη ρητή αναγνώριση της εξουσίας της να προβαίνει σε κάθε δικαστική ενέργεια για την είσπραξη της απαίτησης. Η αναγνώριση αυτής της εξουσίας της, άλλωστε, είναι προφανώς ασυμβίβαστη με τον εκ των υστέρων αποκλεισμό της δυνατότητάς της να επισπεύδει και την εκτέλεση των αποφάσεων που θα εκδοθούν ως επακόλουθο των δικαστικών ενεργειών της. Η υιοθέτηση αυτής της εκδοχής θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση από την Ε.Δ.Α.Δ.Π. της δυνατότητας ουσιαστικής πραγμάτωσης των τελεσιδίκως κριθεισών αξιώσεων, η διαχείριση των οποίων της έχει ανατεθεί, και θα αποτελούσε πρόσκομμα στην εκπλήρωση του σκοπού της αποστολής της προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, αφού άρνηση του οφειλέτη να συμμορφωθεί εκουσίως θα οδηγούσε στη ματαίωση ικανοποίησης των σχετικών αξιώσεων. Διάφορη ερμηνεία θα απέληγε στο άτοπο, όταν μεσολαβεί μεταβίβαση της απαίτησης σε Ε.Α.Α.Δ.Π., να αποκλείεται πρακτικά η επίσπευση ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης στον βαθμό που, σύμφωνα με το άρθρ. 1 παρ. 1 στ. γ` Ν. 4354/2015, ο αληθής δικαιούχος δεν μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του παρά μόνο μέσω της ανάθεσης της διαχείρισης σε Ε.Δ.Α.Δ.Π. (βλ. σχετ. Γιαννόπουλο, Η εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις ως μη δικαιούχος διάδικος στη διαγνωστική δίκη και στο στάδιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, Αρμ 2019, 233, Μπάρα, Δικονομική Μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων κατά το Ν. 4354/2015, ΧρΙΔ 2020/633). Οι Ε.Δ.Α.Δ.Π., λοιπόν, στις οποίες ανατίθεται υποχρεωτικά από τις Ε.Α.Α.Δ.Π. η διαχείριση των από αυτές αποκτηθέντων απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, δεν αποκτούν τις εν λόγω απαιτήσεις κατά κυριότητα και, συνεπώς, δεν καθίστανται ειδικοί κατά το ουσιαστικό δίκαιο διάδοχοι των εν λόγω ιδρυμάτων, νομιμοποιούνται δε όχι ως δικαιούχοι, αλλά ως μη δικαιούχοι διάδικοι να διεξάγουν τις περί των διαχωριζόμενων απαιτήσεων δίκες και τις διαδικαστικές πράξεις εκτέλεσης για δικαίωμα τρίτου, αιτούμενες, ωστόσο, έννομη προστασία στο όνομά τους, κατά παραχώρηση του νομοθέτη, όχι, όμως, για ίδιο λογαριασμό. Ενεργούν, δηλαδή, ως δυνάμει λειτουργήματος μη δικαιούχοι διαχειριστές αλλότριας περιουσίας, τη θέση τους δε αυτή ουδόλως διαφοροποιεί το γεγονός άτι η ανάθεση της διαχείρισης σε αυτές γίνεται συμβατικά. Επιπλέον, τα βασικά στοιχεία της σύμβασης, επίσης, ορίζονται στον νόμο, ενώ με την εκάστοτε σύμβαση καθορίζεται το πρόσωπο του διαχειριστή και συμφωνούνται οι ειδικότερες συμβατικές ρήτρες. Επομένως, η κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση αυτών αντλείται απευθείας από τον νόμο και όχι από τη διαχειριστική σύμβαση, η οποία δεν δύναται να μεταβάλλει τη ρύθμιση του νόμου (βλ. Π. Κολοτούρου, Δικονομική αρμοδιότης των εταιριών διαχείρισης απαιτήσεων εκ δανείων και πιστώσεων – άρ. 2 του ν. 4354/2015, ΧρΙΔ 2019/464 επ., Λ. Κιτσαρά, Η περαιτέρω μεταβίβαση απαιτήσεως από δάνεια και πιστώσεις μετά την αρχική απόκτησή της από «εταιρεία αποκτήσεως» του Ν. 4354/2015, ΧρΙΔ 2019/303 επ.). Περαιτέρω, στο μέτρο που αναγνωρίζεται στην Ε.Δ.Α.Δ.Π. η εξουσία να διεξάγει τη δίκη ιδίω ονόματι, πρέπει καταρχάς να της αναγνωριστεί και η εξουσία να απαιτήσει την καταβολή προς την ίδια κατ` αναλογία προς ό,τι γίνεται δεκτό εξ αφορμής της εξουσιοδότησης προς είσπραξη, στην περίπτωση της οποίας, όπως και στη σύμβαση διαχείρισης, δεν εκχωρείται το πλήρες δικαίωμα ή απαίτηση, αλλά παραχωρείται από τον δανειστή σε ένα άλλο πρόσωπο μόνο η εξουσία να εισπράξει ο τελευταίος στο δικό του όνομα την απαίτηση του οφειλέτη, η ακριβής δε εξουσία αυτή καθορίζεται από τη βούληση των μερών και από το ίδιο το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης, στο πλαίσιο αυτό η Ε.Δ.Α.Δ.Π. ενεργεί προς εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης έναντι του αληθούς δικαιούχου. Ενόψει της ενδεικτικής και όχι αποκλειστικής απαρίθμησης στη διάταξη του άρθρ. 2 παρ. 2 στ. β` Ν. 4354/2015 των πράξεων διαχείρισης που μπορούν να ανατεθούν στην Ε.Δ.Α.Δ.Π., όπως προκύπτει από τη λέξη «ιδίως», γίνεται δεκτό ότι με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται το υποχρεωτικό της ανάθεσης των προβλεπόμενων σε αυτήν πράξεων διαχείρισης, αλλά καταλείπονται στη συμβατική ελευθερία των μερών περιθώρια να διαμορφώσουν το περιεχόμενο της σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης και τις εξουσίες της διαχειρίστριας, υπό τον περιορισμό ότι η επιλογή τους δεν θα προσκρούει σε διάταξη αναγκαστικού δικαίου. Επομένως, είναι καταρχάς δυνατό, σύμφωνα με τις ειδικότερες προβλέψεις των συμβαλλόμενων μερών, να μην απονέμεται ή και να απονέμεται περιορισμένα στην Ε.Δ.Α.Δ.Π. η εξουσία να απαιτήσει την καταβολή προς την ίδια, παρότι αυτή νομιμοποιείται αποκλειστικά να διεξάγει τη δίκη ή να επισπεύδει την εκτέλεση ιδίω ονόματι και για λογαριασμό της αποκτώσας εταιρείας (Α.Π. 763/2019, Α.Π. 368/2019). Εξάλλου, η σύμβαση διαχείρισης, στο σημείο αυτό, αποτελεί μορφή της εξουσιοδότησης προς είσπραξη (Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ I, υπ` άρθρο 239, αριθ. 18, σ. 468), αφού δεν εκχωρείται το πλήρες δικαίωμα ή απαίτηση, αλλά ο εξουσιοδοτούμενος επιδιώκει την είσπραξη απαίτησης που ανήκει στον εξουσιοδότη, ιδίω ονόματι δηλαδή του εξουσιοδοτούμενου. Ο εξουσιοδότης διατηρεί την ιδιότητα του δανειστή χωρίς να επέρχεται μεταβολή των υποκειμένων της έννομης σχέσης, η δε νομική της θεμελίωση συνάγεται ερμηνευτικά από το συνδυασμό των άρθρων 239 και 417 παρ. 1 ΑΚ. Γι` αυτόν δε ακριβώς τον λόγο γίνεται δεκτό ότι ο οφειλέτης, και μετά την εξουσιοδότηση προς είσπραξη, μπορεί να καταβάλει όχι στον εξουσιοδοτημένο αλλά στον δανειστή (ΤρΕφΠειρ 349/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου αμφότεροι οι ως άνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής, καθώς και οι δύο καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την μεταβίβαση – πώληση των απαιτήσεων (ειδικά δε στην περίπτωση του Ν. 4354/2015 των τραπεζικών) από τους φορείς τους προς τρίτους, με τη διαφοροποίηση ότι στην περίπτωση του Ν. 3156/2003, μετά την πώληση ακολουθεί το στάδιο τη έκδοσης ομολογιών (της τιτλοποίησης) και ρυθμίζουν τη διαχείριση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών από εταιρείες διαχείρισης, ωστόσο ο Ν. 4354/2015 περιέχει πληρέστερο ρυθμιστικό πλαίσιο για το καθεστώς λειτουργίας των εταιριών διαχείρισης, τόσο στο πεδίο του ουσιαστικού, όσο και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου. Όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση της μεταβίβασης απαιτήσεων με σκοπό την τιτλοποίηση σύμφωνα με το ν. 3156/2003, στο άρθρο 10 παρ. 14 αυτού ορίζεται ότι η είσπραξη και εν γένει διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων μπορεί να ανατίθεται συμβατικά σε πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, στον ίδιο τον μεταβιβάζοντα ή σε τρίτο – εγγυητή με τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται σ` αυτή. Με τη διάταξη αυτή δεν παρέχεται ρητά στην εταιρία διαχείρισης, η οποία, συμβαλλόμενη με την εταιρία απόκτησης, αποκτά κατά το ουσιαστικό δίκαιο την εξουσία είσπραξης αλλότριας απαίτησης (ήτοι απαίτησης της εταιρείας απόκτησης), και η δικονομική εξουσία να εγείρει αγωγή και κάθε άλλο ένδικο βοήθημα για την είσπραξή της, με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, αιτούμενη έννομη προστασία στο όνομά της, όπως ρητά προβλέπεται τούτο για τις εταιρίες διαχείρισης στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης εξόπλισε τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, στις οποίες ανατίθεται η διαχείριση απαιτήσεων, με βάση το νόμο αυτό, και με τη δικονομική εξουσία να ενεργούν, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, στο όνομά τους, το σύνολο των αναγκαίων δικαστικών, αλλά και εξώδικων ενεργειών, προς είσπραξη των υπό την διαχείρισή τους απαιτήσεων. Με την υπ` αριθ. 1/2023 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, έγιναν δεκτά τα εξής ότι οι ως άνω νόμοι 3156/2003 και 4354/2015 έχουν παραπλήσιο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής και ως εκ τούτου η διαφορετική αντιμετώπιση των εταιριών διαχείρισης του Ν. 3156/2003 από εκείνες του Ν. 4354/2015 θα έχει ως συνέπεια λογική ανακολουθία στο εσωτερικό σύστημα του νόμου και θα ήταν αντίθετη προς την αρχή της ενότητας και ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδαφ. α` του Συντάγματος και επιβάλλει τη σαφήνεια και την προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων, η οποία πρέπει να τηρείται, ιδίως όταν πρόκειται για διατάξεις που μπορούν να έχουν σοβαρές οικονομικές συνέπειες για τους ενδιαφερομένους, όπως οι προαναφερόμενες διατάξεις. Έτσι, με την ανωτέρω απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, ανεξάρτητα από το ειδικότερο νομικό πλαίσιο, με βάση το οποίο συντελείται η μεταβίβαση των υπό διαχείριση απαιτήσεων, δηλαδή ακόμη και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση των απαιτήσεων. Επομένως, οι ΕΔΑΔΠ Ν. 4354/2015, στις οποίες ανατίθενται η διαχείριση των αποκτηθέντων δανειακών και πιστωτικών απαιτήσεων υπό των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (άρθρ. 2 παρ. 1), δεν αποκτούν αυτές κατά κυριότητα και συνεπώς δεν καθίστανται ειδικοί κατά το ουσιαστικό δίκαιο διάδοχοι των εν λόγω ιδρυμάτων και συνεπώς νομιμοποιούνται όχι ως δικαιούχοι αλλά ως μη δικαιούχοι διάδικοι στις διεξαχθείσες περί των διαχειριζομένων απαιτήσεων δίκες (άρθρ. 2 παρ.4) (Κολοτούρος Π., ο.π. σελ 464 επ.). Η νομιμοποιητική εξουσία των διαχειριστικών εταιρειών αποτελεί συνεπώς αντικείμενο συμφωνίας, ρητά διατυπωμένο ή σιωπηρώς συναγόμενο όρο της σχετικής διαχειριστικής συμβάσεως. Πρόκειται ως εκ τούτου περί συμβατικής θεμελιώσεως της νομιμοποιήσεως των διαχειριστικών εταιρειών, προβλεπομένης και επιτρεπομένης όμως ρητά στον νόμο, αφού στο ελάχιστο περιεχόμενο της διαχειριστικής συμβάσεως ανήκει σύμφωνα, με το άρθρο 2 παρ. 2β` και η «είσπραξη» των διαχειριζομένων απαιτήσεων (βλ. Κιτσαρά. Η περαιτέρω μεταβίβαση απαιτήσεως από δάνεια και πιστώσεις μετά την αρχική απόκτησή της από «εταιρεία αποκτήσεως» του ν. 4354/2015. σε ΧρΙΔ 2019 σελ. 305. όπως και Α. Πλεύρη, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη, σελ. 35-36. 59-60). Η «εξουσιοδότηση προς είσπραξη» των υπό διαχείριση απαιτήσεων κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 2 παρ. 4 εδ. α`. περικλείει, πέραν των απαιτουμένων εξωδίκων ενεργειών, και «…. κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων….» (ΕφΛαρ 8/2021, ΕφΛαρ 37/2021 ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003 που ρυθμίζει τη σύμβαση διαχείρισης των μεταβιβασθεισών προς τιτλοποίηση απαιτήσεων δεν προβλέπει ελάχιστο περιεχόμενο της σύβασης αυτής ούτε επιβάλλει να αναφέρονται στη σύμβαση διαχείρισης οι προς διαχείριση απαιτήσεις και το τυχόν στάδιο μη εξυπηρέτησης κάθε απαίτησης αλλά προβλέπεται μόνο ότι η σύμβαση διαχείρισης συνάπτεται εγγράφως, ως προς δε τον τύπο και το περιεχόμενο της σύμβασης διαχείρισης των απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν προς τιτλοποίηση εφαρμόζεται το άρθρο 10 παρ. 14 του ν. 3156/2003 και δεν εφαρμόζεται ούτε ευθέως ούτε αναλογικά το άρθρο 2 παρ.α 2 του ν. 4354/2015 διότι ο ν. 3156/2003 δεν άφησε αρρύθμιστο το ζήτημα του τύπου της σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων που μεταβιβάστηκαν προς τιτλοποίηση ώστε να συντρέχει ανάγκη προσφυγής στις διατάξεις του ν. 4354/2015 προς κάλυψη του (μη) υπάρχοντος κενού αλλά ρύθμισε τον τύπο της σύμβασης διαχείρισης προβλέποντας ρητά στην ανωτέρω διάταξη τον έγγραφο τύπο χωρίς να επιβάλλει συγκεκριμένο ελάχιστο περιεχόμενο αυτής ενώ επίσης η ανάθεση της διαχείρισης των απαιτήσεων των τιτλοποιήσεων ως εκ της φύσης της τιτλοποίησης βάσει των ορισμών του Ν. 3156/2003 δεν λαμβάνει χώρα για κάθε απαίτηση που τιτλοποιήθηκε ξεχωριστά αλλά συνολικά για όλες τις τιτλοποιηθείσες απαιτήσεις μαζί με μία ενιαία πράξη ώστε να μην απαιτείται εκ νέου γνωστοποίηση των απαιτήσεων των οποίων ανατέθηκε η διαχείριση στην εταιρία διαχείρισης εφόσον αυτή έχει λάβει χώρα με τη συγκοινοποίηση του παραρτήματος της σύμβασης μεταβίβασης, υπό την αυτονόητη ωστόσο προϋπόθεση ότι από τη σχετική σύμβαση διαχείρισης θα συνάγεται ότι με αυτή ανατίθεται στην εταιρία διαχείρισης η διαχείριση του χαρτοφυλακείου των απαιτήσεων που τιτλοποιήθηκαν με τη σύμβαση μεταβίβασης, της οποίας το παράρτημα συγκοινοποιήθηκε και του οποίου τη διαχείριση η εταιρία ειδικού σκοπού ανέθεσε στην εταιρία διαχείρισης ώστε να μη υφίσταται αμφιβολία ότι εντός αυτού περιλαμβάνεται και η εκάστοτε επίδικη απαίτηση.
Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας- πρώτης εφεσίβλητης και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ««Τράπεζα …..» καταρτίσθηκε η υπ` αριθμ ……/29.12.2009 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό ποσού 1.400.000 ευρώ, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως κεφάλαιο κίνησης και αγοράς επαγγελματικού ακινήτου κατά τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονται σε αυτή, με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο που αποτελείται από το Βασικό Επιτόκιο της αντίστοιχης κατηγορίας δανείων/πιστώσεων της τράπεζας, το οποίο ανερχόταν, κατά την υπογραφή της σύμβασης, σε 8,35% πλέον των φόρων και επιβαρύνσεων που επιβάλλονται από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις και νόμους. Η πιστούχος είχε τη δυνατότητα να αιτείται την ανάληψη ή τον εκτοκισμό ποσών σε Ευρώ καταβάλλοντας τόκο υπολογιζόμενο με επιτόκιο Euribor, πλέον της συμφωνηθείσας προσαύξησης 4,5% ενώ την ίδια ημερομηνία υπεγράφη η υπ`αρ. ……/29.12.2009 πρόσθετη πράξη με την οποία η Πιστούχος είχε τη δυνατότητα να αιτείται την ανάληψη ή τον εκτοκισμό ποσών σε Ευρώ καταβάλλοντας τόκο υπολογιζόμενο με Προνομιακό επιτόκιο Επιχειρηματικών Απαιτήσεων, που ανερχόταν σε 6,75% πλέον φόρων και επιβαρύνσεων που επιβάλλονταν από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις ενώ εν συνεχεία υπεγράφη και η …./14.7.2010 Πρόσθετη πράξη με την οποία μεταβλήθηκε η προσαύξηση του επιτοκίου Euribor από 4,5% σε 5,5%. Την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης και των πρόσθετων αυτής πράξεων εγγυήθηκαν οι δεύτερος και τρίτος των ανακοπτόντων- δεύτερος και τρίτος των εφεσιβλήτων, Πρόεδρος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της πρώτης ανακόπτουσας, αντίστοιχα, παραιτούμενοι από την ένσταση διζήσεως και τα δικαιώματα των άρθρων 853, 854, 862, 863, 864, 866, 867, 868 κα 869 ΑΚ και ευθυνόμενοι εις ολόκληρον με την πρωτοφειλέτρια – πρώτη ανακόπτουσα, όπως όλα τα ανωτέρω δεν αμφισβητούνται από τους ανακόπτοντες. Για την εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης ανοίχθηκαν και τηρήθηκαν ο με αριθμός ……. ειδικός λογαριασμός καθώς και ο με αριθμό …… ειδικός λογαριασμός προς εξόφληση των τόκων του ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού οι οποίοι κινήθηκαν έως την 14.7.2010, οπότε και μέρος του με αριθμού …… λογαριασμού ύψους 1.000.000 ευρώ μεταφέρθηκε στον με αριθμό ….. λογαριασμό και το υπόλοιπο των 400.000 ευρώ μεταφέρθηκε στον υπ`αρ. …. λογαριασμό. Επίσης αποδείχθηκε ότι η πιστούχος και πρώτη ανακόπτουσα την 30.8.2012 εξέδωσε προς την δανείστρια τράπεζα … υποσχετικές επιστολές για ποσά 949.999,99 ευρώ και 379.999,99 ευρώ που συμφωνήθηκε να εξοφληθούν με τους αναφερόμενους σε αυτές όρους έως την 14.7.2026. Την 29.10.2013 το οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο του με αριθμού ….. λογαριασμού ύψους 949.999,99 μετατέθηκε στον λογαριασμό με κωδικό ……. και το χρεωστικό υπόλοιπο του με αριθμού ….. λογαριασμού ύψους 379.999,99 ευρώ μεταφέρθηκε στο λογαριασμό με κωδικό …… που ανοίχθηκαν λόγω της μετάπτωσης των τηρούμενων έως τότε λογαριασμών στο μηχανογραφικό σύστημα της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ……. Α.Ε., συνεπεία ειδικής διαδοχής σύμφωνα με την υπ`αριθ. 66/3/26-3-2013 απόφαση της ΕΠΑΘ της Τράπεζας της Ελλάδος, το υπ`αριθμ. 96/26-3-2013 Διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, που δημοσιεύθηκε στο υπ`αριθμ. 4640/26-3-2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και την από 26-3-2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης μεταξύ της τραπεζικής εταιρίας «ΤΡΑΠΕΖΑ …..» και της «ΤΡΑΠΕΖΑ …….. Α.Ε.» Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταξύ της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ……..» και της πρώτης ανακόπτουσας υπεγράφη η από 15.1.2015 συμφωνία εξυγίανσης με την οποία συμφωνήθηκε η ρύθμιση και ο διακανονισμός των οφειλών της τελευταίας προς την ΤΡΑΠΕΖΑ ….. Α.Ε. μεταξύ των οποίων και η οφειλή που απορρέει από την προαναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, η οποία συμφωνία επικυρώθηκε με την 535/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκούσια δικαιοδοσία). Προς εξυπηρέτηση της ανωτέρω συμφωνίας εξυγίανσης έκλεισαν οριστικά οι λογαριασμοί πίστωσης που τηρούνταν και ανοίχθηκε ο με αριθμό ……… λογαριασμός ρύθμισης (λογαριασμός) στον οποίο την 27.9.2016 μεταφέρθηκε η οφειλή συνολικού ποσού 1.971.555,52 ευρώ. Προς εξυπηρέτηση και στο πλαίσιο της παραπάνω συμφωνίας συνήφθη η με αρ. ……./2.12.2016 πρόσθετη πράξη-ρύθμιση οφειλής, με την οποία οι ανακόπτοντες αναγνώρισαν ρητά και ανεπιφύλακτα την ως άνω οφειλή συνολικού ποσού 1.971.555,52 ευρώ ενώ συμφωνήθηκε η ρύθμιση και εξόφληση της οφειλής. Μεταξύ των όρων της ως άνω πρόσθετης πράξης ρύθμισης της οφειλής συμφωνήθηκε ότι η τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει αζημίως για αυτήν, με μονομερή προς τον οφειλέτη δήλωσή της, την ως άνω ρύθμιση και να καταστήσει ολόκληρο το ανεξόφλητο κεφάλαιο και τους μέχρι τη στιγμή αυτή τόκους απαιτητούς και ληξιπρόθεσμους. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η πρώτη ανακόπτουσα δεν τήρησε τους όρους που συμφωνήθηκε στην από 15.1.2015 συμφωνία εξυγίανσης η ΤΡΑΠΕΖΑ …….. Α.Ε. κοινοποίησε στους ανακόπτοντες την από 14.6.2018 εξώδικη επιστολή-πρόσκληση με την οποία τους καλούσε να καταβάλουν τις ληξιπρόθεσμες μέχρι τότε οφειλές συνολικού ποσού 58.649,56 ευρώ ενώ στη συνέχεια την 12.9.2019 κατήγγειλε τη συμφωνία εξυγίανσης. Ακολούθως, την 30.9.2019 προέβη σε καταγγελία τόσο της σύμβασης πίστωσης και των πρόσθετων πράξεων αυτής όσο και της από 2.12.2016 πρόσθετης πράξης αναγνώρισης και ρύθμισης οφειλής κηρύσσοντας ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του οφειλόμενου τότε ποσού που εμφανιζόταν να ανέρχεται στο ποσό των 2.337.295,16 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει της από 12.09.2019 συμφωνίας, η οποία συνήφθη μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …….. Α.Ε.» και της εδρεύουσας στο Δουβλίνο αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “…………” μεταβιβάστηκε από την πρώτη στην δεύτερη μέσω τιτλοποίησης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του Ν.3156/2003, χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η απαίτησή της από την ως άνω επίδικη σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Η ως άνω συμφωνία καταχωρήθηκε την 16.09.2019 στο δημόσιο Βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …, στο Τόμο … και με αριθμό …. σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ. 8 του Ν.3156/2003, Συγκεκριμένα, οι απαιτήσεις από την προαναφερθείσα ……../29-12-2009 σύμβαση χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό σύμβαση πίστωσης προκύπτουν από το ακριβές αντίγραφο και δη από τη σελίδα ……. εκ του παραρτήματος της καταχωρισθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών ως άνω σύμβασης, στο οποίο παράρτημα η σύμβαση πίστωσης έχει λάβει α,α …….. και στο οποίο ως ποσό προσημείωσης αναφέρεται το ποσό των 716.664 ευρώ. Στη συνέχεια την 4/11/2019 συνήφθη μεταβίβαση περαιτέρω απαιτήσεων από το τμήμα επιχειρηματικών δανείων μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …….. Α.Ε.» και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία “…………”, με την οποία καταχωρήθηκαν μεταβολές/προσθήκες της ανωτέρω από 12.9.2019 συμφωνίας και η οποία καταχωρήθηκε στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/4-11-2019 στο Τόμο … και με αριθμό …., οι δε απαιτήσεις από την προαναφερθείσα ……./29-12-2009 σύμβαση χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό έχουν περιληφθεί και στο παράρτημα αυτής όπως προκύπτει από το ακριβές αντίγραφο και δη από τη σελίδα 184 εκ του παραρτήματος της καταχωρισθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών ως άνω σύμβασης, στο οποίο παράρτημα η σύμβαση πίστωσης έχει λάβει α,α…… και στο οποίο ως ποσό προσημείωσης αναφέρεται το ποσό του 1.700.000 ευρώ. Ως εκ τούτου, η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία “……….” κατέστη δικαιούχος των ως άνω απαιτήσεων ως ειδικός διάδοχος της μεταβιβάζουσας Τράπεζας. Επίσης αποδείχθηκε ότι με την από 12.09.2019 Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 10 παρ 14 και 16 του Ν.3156/2003, ανατέθηκε από την ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού η διαχείριση του ανωτέρω χαρτοφυλακείου και η και είσπραξη των ως άνω τιτλοποιούμενων απαιτήσεων στην «ΤΡΑΠΕΖΑ …….. Α.Ε.». Η σύμβαση αυτή καταχωρήθηκε στις 16.09.2019 στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …../16.09.2019, στον Τόμο …. και αριθμό …. Στην συνέχεια, ο κλάδος διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων εισφέρθηκε από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ……. Α.Ε.» στη συσταθείσα δυνάμει της υπ` αριθ. ……./16.09.2019 πράξης σύστασης ανωνύμου εταιρείας της συμβολαιογράφου Πειραιά ……… ελληνικής εταιρίας με την επωνυμία «…………. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» με διακριτικό τίτλο «……… κατόπιν της με αριθμό 326/2/17.09.2019 απόφασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ Β` 3533/20.09.2019), εταιρία που ελέγχεται άπό την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015. Συνέπεια αυτής της εισφοράς σε συνδυασμό και με το από 16.9.2019 πληρεξούσιο που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Δουβλίνου Ιρλανδίας ……., τροποποιήθηκε η ανωτέρω από 12.9.2019 σύμβαση διαχείρισης, με την συμφωνία που δημοσιεύθηκε νομίμως στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/23.09.2019, στον Τόμο … και αριθμό … και με ρητή αναφορά κάτωθεν του εν λόγω αριθμού πρωτοκόλλου ότι ο αριθμός πρωτοκόλλου της αρχικής καταχώρισης ήταν ο …./16.9.2019, ήτοι ο αριθμός καταχώρησης της προηγούμενης δημοσιευθείσας σύμβασης διαχείρισης και με τροποποίηση της παραγράφου 1 (β) του ως άνω εντύπου ενώ στο σχετικό από 16.9.2019 πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Δουβλίνου γίνεται αναφορά στη σύμβαση μεταβίβασης λόγω τιτλοποίησης των απαιτήσεων που η ως άνω αλλοδαπή εταιρία ειδικού σκοπού είχε αποκτήσει από την ΤΡΑΠΕΖΑ …… Α.Ε. Σημειώνεται δε ότι η ως άνω σύμβαση διορθώθηκε και δημοσιεύθηκε στα δημόσια Βιβλία του ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …../15-07-2021, στον τόμο …. και αριθμό …. με ρητή αναφορά κάτωθεν αυτής ότι ο αριθμός πρωτοκόλλου της αρχικής καταχώρισης ήταν ο …./16.9.2019 ήτοι ο αριθμός καταχώρησης της προηγούμενης δημοσιευθείσας σύμβασης διαχείρισης και με τροποποίηση της παραγράφου 1 (β) του ως άνω εντύπου και έτσι η ανωτέρω ελληνική εταιρία διαχείρισης, απέκτησε την εξουσία διαχείρισης των ως άνω απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία “……..». To καταστατικό της ως άνω Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «……… ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» τροποποιήθηκε και την 01.11.2019 καταχωρίσθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ) με Κωδικό Αριθμό καταχώρισης ….. η με αριθμό …./01.11.2019 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη Κεντρικού Τομέα Αθηνών με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση του καταστατικού της ως άνω εταιρίας και η αλλαγή της επωνυμίας της σε «……. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», με τον διακριτικό τίτλο “………, καταχώρηση που ανακοινώθηκε με την με αριθμό πρωτοκόλλου ……/05.11.2019 ανακοίνωση του Προέδρου του ΕΒΕΑ και την 9-3-2020 καταχωρίσθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), με Κωδικό Αριθμό Καταχώρισης ……. η με αριθμό …../9-3-2020 απόφαση της Υπηρεσίας ΓΕΜΗ του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΑΔΑ: ………), με την οποία εγκρίθηκε η τροποποίηση του άρθρου 4 του καταστατικού αυτής με την επωνυμία «……… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ », σύμφωνα με την απόφαση της από 16-12-2019 της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας. Στη συνέχεια την 13/07/2020 η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία “……..” προέβη σε επανεκχώρηση προς την ΤΡΑΠΕΖΑ ……. Α.Ε. (μεταβίβαση – επαναγορά -αποτιτλοποίηση), μέρους των μεταβιβασθεισών προς αυτήν απαιτήσεων στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από την ανωτέρω Σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, καταρτίστηκε νέα σύμβαση και η σχετική μεταβολή (επαναγορά) δημοσιεύθηκε νόμιμα στο δημόσιο βιβλίο του αρ. 3 του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου ……/13.07.2020 και καταχωρίστηκε στον τόμο …. και με αριθμό …. σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ.8 του Ν.3156/2003 στο δε σχετικό έγγραφο γίνεται ρητή αναφορά της αρχικής από 12.9.2019 σύμβασης πώλησης. Συγκεκριμένα οι απαιτήσεις από την προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης προκύπτουν από το ακριβές αντίγραφο και δη από τη σελίδα … εκ του παραρτήματος («ΛΙΣΤΑ ΑΝΑΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ») της καταχωρισθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών ως άνω σύμβασης, στο οποίο παράρτημα η σύμβαση πίστωσης έχει λάβει α.α. ….. Περαιτέρω, με την από 21.7.2020 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ……. Α.Ε. και της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «….» (………..), μεταβιβάστηκε εκ νέου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του ν. 3156/2003, των άρθρων 455 επ. ΑΚ, το χαρτοφυλάκιο των απαιτήσεων που προαναφέρθηκαν στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απορρέουσες από την υπ` αριθμ. ……./29- 12-2009 σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού η δε ως άνω σύμβαση μεταβίβασης του χαρτοφυλακίου δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών και καταχωρίστηκε την 22/07/2020 σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου …/22.07.20 στον τόμο … και με αριθμό …. σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3156/2003. Συγκεκριμένα οι απαιτήσεις από την προαναφερθείσα σύμβαση πίστωσης προκύπτουν από το ακριβές αντίγραφο και δη από τη σελίδα 6 εκ του παραρτήματος («ΛΙΣΤΑ ΑΝΑΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ») της καταχωρισθείσας στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών ως άνω σύμβασης, στο οποίο παράρτημα η εν λόγω σύμβαση πίστωσης έχει λάβει α.α. ….. Σημειώνεται ότι στο άρθρο 3 «Τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων -κύριες διατάξεις α. Γενική περιγραφή της επιχειρηματικής απαίτησης» αναφέρεται ότι αφορά σε απαιτήσεις (συμπεριλαμβανομένων μη εξυπηρετούμενων, καταγγελμένων και ενήμερων απαιτήσεων) από επιχειρηματικά δάνεια, καθώς και άλλα δάνεια, συνδεόμενα κατά κανόνα προς αυτά του Μεταβιβάζοντος (ΤΡΑΠΕΖΑ ……. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ) ….μετά των παρεπόμενων και διαπλαστικών δικαιωμάτων και των τυχόν εξασφαλίσεων αυτών ως αυτά αναλυτικά περιγράφονται στο Παράρτημα του παρόντος που μεταβιβάζονται στον Αποκτώντα σύμφωνα με τον ν. 3156/2003…» με ρητή αναφορά ότι η ανάθεση της διαχείρισης των μεταβιβαζομένων απαιτήσεων δίνεται στην εταιρία με την επωνυμία «………. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ », νομίμως αδειοδοτηθείσα δυνάμει της από 21.7.2020 σύμβασης διαχείρισης, σε συνέχεια της οποίας, ως ρητά αναφέρει, συνήφθη μεταξύ του Αποκτώντος και της ……. η από 21.7.2020 ιδιωτική σύμβαση αναφορικά με τη διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων, η δε ως άνω από 21.07.2020 Σύμβαση Διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, μεταξύ της «………» και της Διαχειρίστριας εταιρείας με την επωνυμία «………. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με τον αμέσως επόμενο αύξοντα αριθμό της καταχώρισης της ως άνω σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, ήτοι με αριθμό πρωτοκόλλου …/22.07.2020, στον Τόμο … και αριθμό ….. Στην συνέχεια δυνάμει του από 01.03.2021 Ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της αλλοδαπής εταιρίας «………» και της ως άνω Διαχειρίστριας εταιρείας με την επωνυμία «……… Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» συμφωνήθηκε η λύση της ως άνω από 21.07.2020 Σύμβασης Διαχείρισης, το δε σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης καταχωρήθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου …./17.03.2021 στα δημόσια βιβλία του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον Τόμο …. και με αριθμό …. με ρητή αναφορά κάτωθεν του πρωτοκόλλου καταχώρισης αυτής ότι ο αριθμός πρωτοκόλλου της αρχικής καταχώρησης είναι ο αριθμός καταχώρησης της ως άνω από 21.7.2020 Σύμβασης Διαχείρισης, ήτοι ο …/22.7.2020. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 01.03.2021 μεταξύ της αλλοδαπής εταιρίας «……….>> και της εταιρίας με την επωνυμία «……. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» συνήφθη η από 01.03.2021 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων η οποία καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …./17.03.21, στον Τόμο … και αριθμό …. Σχετικά με τον όρο δ. που αφορά στην Περίληψη των εξουσιών του Διαχειριστή απαιτήσεων γίνεται παραπομπή ότι αυτές μπορούν να επισυνάπτονται και ως παράρτημα στο εν λόγω έντυπο ιδίως εάν έχουν παραχωρηθεί μέσω ειδικού εγγράφου, π.χ. συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου και αναφέρεται ότι αυτές είναι «Όλες οι υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιημένων απαιτήσεων (συμπεριλαμβανομένων μη εξυπηρετούμενων, καταγγελμένων και ενήμερων απαιτήσεων) από ως επί το πλείστον μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια εξασφαλισμένα με προσημείωση υποθήκης ή/και υποθήκη, καθώς και άλλα δάνεια, συνδεόμενα κατά κανόνα προς αυτά, μαζί με τα παρεπόμενα και διαπλαστικά δικαιώματα, απαιτήσεις και εξασφαλίσεις, όπως ενδεικτικά ενημέρωση και εξυπηρέτηση οφειλετών, δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων, διατήρηση, διαχείριση και εκτέλεση εμπραγμάτων και ενοχικών εξασφαλίσεων κ.α.» ενώ σε αυτή ουδεμϊα αναφορά γίνεται σε οιαδήποτε σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων ή στο χαρτοφυλάκιο των τιτλοποιημένων απαιτήσεων που απέκτησε η «……….» των οποίων τη διαχείριση αναθέτει με την εν λόγω Σύμβαση Διαχείρισης στην «………ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ », ενώ ουδεμϊα σχετική αναφορά γίνεται και στο από 2.3.2021 πληρεξούσιο σύμφωνα με τον νόμο 3156/2003 του συμβολαιογράφου Δουβλίνου. Στη συνέχεια η «……… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», επικαλούμενη την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια και μη δικαιούχος διάδικος στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας «………» αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία επιτάχθηκαν να καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος στην ως άνω αλλοδαπή εταιρία, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 1.7.2021 (επομένη τελευταίου ανατοκισμού) με επιτόκιο υπερημερίας το συμφωνηθέν συμβατικό επιτόκιο πλέον 2,5%, ανατοκιζομένων των τόκων ανά εξάμηνο, το ποσό του 1.000.000 ευρώ, το οποίο παριστά μέρους του συνολικού ύψους των 2.692.806,31 ευρώ της απαίτησης αυτής ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ …….. ΑΕ» καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ……. Ανώνυμος Εταιρεία», ειδικής διαδόχου της «ΤΡΑΠΕΖΑΣ ……………..» απορρέουσα από την υπ`αρ………./29.12.2009 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό σε συνδυασμό και με τις πρόσθετες πράξεις αυτής. Μεταξύ των εγγράφων που προσκόμισε η καθής η ανακοπή με την αίτησή της προς έκδοση της ως άνω Διαταγής Πληρωμής και προς απόδειξη της ενεργητικής της νομιμοποίησης προς υποβολή της σχετικής αίτησης ήταν 1) Η από 26.3.2013 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης με την οποία μεταβιβάστηκαν στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ……… ΑΕ» στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού των εργασιών του Υποκαταστήματος στην Ελλάδα της εταιρίας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ………», διά εκχωρήσεως των δικαιωμάτων και αναδοχής των υποχρεώσεων όπως αυτά ρητά εξειδικεύονται στην ως άνω σύμβαση, το με αριθμό 4640/26.03.2013 φύλλο της Επίσημης Εφημερίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας στο οποίο δημοσιεύεται το υπ` αριθμ. 96/26.03.2013 διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, περί της πώλησης των εν Ελλάδι εργασιών της Τράπεζας ……., Διάταγμα του 2013 κα η η από 10/07/2019 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος κατόπιν της με αριθμό 66/26-03-2013 Συνεδρίασης της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων και η από 17/09/2020 βεβαίωση της Τράπεζας ………, 2) Το με αρ. πρωτοκόλλου …./16.09.2019 έντυπο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, περί δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10, παρ. 8 του Ν. 3156/03, σχετικά με την από 12.09.2019 σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης των επιχειρηματικών απαιτήσεων (τόμος … α.α ….), σε ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου και ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του παραρτήματος με αρ. πρωτοκόλλου …./16-09-2019 από το καταχωρηθέν στα βιβλία ν. 2844/2000 στον τόμο … και α.α …., στο οποίο η υπ`αρ. ……../29-12-2009 σύμβαση δΓ ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού έχει λάβει α.α …. (αρ. πρωτ. αντιγράφου ……/14-07-2021), 3) Το με αρ. πρωτοκόλλου …../04-11-2019 έντυπο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, περί δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10, παρ. 8 του Ν. 3156/03, σχετικά με τροποποιήσεις/προσθήκες της από 12.09.2019 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης των επιχειρηματικών απαιτήσεων (τόμος … α.α ….), σε ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου και ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του παραρτήματος με αρ. πρωτοκόλλου ……/4-11-2019 από το καταχωρηθέν στα βιβλία ν. 2844/2000 στον τόμο ……. και α.α ……, στο οποίο η υπ`αρ. ……./29-12-2009 σύμβαση δΓ ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού έχει λάβει α.α ……. (αρ. πρωτ. αντιγράφου ……../14-07-2021), 4) Το με αρ. πρωτοκόλλου ……../16.09.2019 έντυπο Ενεχυροφυλακείου Αθηνών περί δημοσιεύσεως συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 και 16 του Ν.3156/03, σχετικά με την από 12.09.2019 σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεων (τόμος …. α.α ….), σε ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου, 5) Το με αρ. πρωτοκόλλου ……./23.09.2019 έντυπο Ενεχυροφυλακείου Αθηνών περί δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 και 16 του Ν.3156/03, με το οποίο δημοσιεύτηκε η τροποποίηση της παραγράφου 1 (β) του με αρ. πρωτ. ……../16.09.2019 εντύπου δημοσίευσης Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων όπου διαχειριστής απαιτήσεων ορίστηκε η εταιρία «………. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» (με δ..τ «………..») (τόμος … α.α ….), σε ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου, 6) Το με αρ. πρωτοκόλλου …./15-07-2021 έντυπο Ενεχυροφυλακείου Αθηνών περί δημοσίευσης συμβάσεων του άρθρου 10 παρ. 8 και 16 του Ν.3156/03, σχετικά με τη διόρθωση/συμπλήρωσης της με αριθμό πρωτοκόλλου …/16-09-2019 σύμβασης διαχείρισης απαιτήσεων (τόμος … α.α ….), σε ακριβές αντίγραφο εκ του πρωτοτύπου, 7) Το από 16.09.2019 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Δουβλίνου …….., από τον εκδότη παροχέα /υπηρεσιών παρακολούθησης και εξυπηρέτησης δανείων, νομίμως επικυρωμένο και μεταφρασμένο, 8) Την με αριθμό 326/2/17.09.2019 απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ Τεύχος Β`3533/20.09.2019), την υπ`αρ. πρωτ. ……/5-11-2019 Ανακοίνωση ΓΕΜΗ περί αλλαγής της επωνυμίας της «………. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» σε «………. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ», στην οποία επισυνάπτεται το κωδικοποιημένο καταστατικό της ανωτέρω εταιρείας και την υπ` αριθμ. πρωτ. ……/09-03-2020 ανακοίνωση του Γ.Ε.Μ.Η. περί τροποποίησης άρθρων του καταστατικού της διαχειρίστριας εταιρείας, 9)η με αρ. πρωτ. …/13-7-2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών τόμος …, αριθ. ….), περίληψης της από 13-7-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 10, 14 Ν. 3156/2003 (επαναγορά και μεταβίβαση από την αποκτήσασα ……. προς την Τράπεζα ……. Α.Ε) και ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της σελίδας του παραρτήματος με αρ. πρωτοκόλλου …./13.7.2020 από το καταχωρηθέν στα βιβλία ν. 2844/2000 στον τόμο …. και α.α ….., στο οποίο η υπ` αριθμ. ……./29-12-2009 σύμβαση έχει λάβει α.α ……. (αρ. πρωτ. αντιγράφου ……/21-07-2021), 10) η με αρ. πρωτ. …/22.7.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος …, αριθ. …), περίληψης της από 21.7.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 10, 14 Ν. 3156/2003 από την «Τράπεζα ….. Α.Ε.» προς την εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «…………» και ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο εκ του παραρτήματος με αρ. πρωτοκόλλου …./22.07.2020 από το καταχωριθέν στα βιβλία ν. 2844/2000 στον τόμο … και α.α …. στο οποίο η ως άνω σύμβαση έχει λάβει α.α …. (αρ. πρωτ. αντιγράφου …/14-07- 2021, 11) Η με αρ. πρωτ. …./22.7.2020 δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών (τόμος … αριθ. ….), περίληψης της από 21.7.2020 σύμβασης διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….» και την «…….», 12) η με αριθμό πρωτοκόλλου …/17.03.2021 Δημοσίευση στα δημόσια βιβλία του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον Τόμο … και με αριθμό …., περίληψης του από 01.03.2021 Ιδιωτικού Συμφωνητικού Λύσης της από 21.07.20 Σύμβασης Διαχείρισης, 13) η με αριθμό πρωτοκόλλου …/17.03.21, δημοσίευση στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον Τόμο … και αριθμό …. περίληψης της από 01.03.2021 σύμβασης Διαχείρισης τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων μεταξύ της εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «……….» και της «……….» και 14) To από 02/03/2021 πληρεξούσιο εκδότη παροχέα / υπηρεσιών παρακολούθησης και εξυπηρέτησης δανείων νομίμως επικυρωμένο και μεταφρασμένο. Εκ των ανωτέρω αναφερομένων αποδείχθηκε ότι η αλλοδαπή εταιρία «………..» δυνάμει της από 21.7.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και της εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ……. Α.Ε. απέκτησε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 14 του ν. 3156/2003, των άρθρων 455 επ. ΑΚ, το χαρτοφυλάκιο των απαιτήσεων που ανήκαν στην τελευταία και στο οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, περιλαμβάνονται και οι απορρέουσες από την υπ` αριθμ. ………/29-12-2009 σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού [βλ. σχετικά σελ. 6 από το ακριβές αντίγραφο εκ του παραρτήματος («ΛΙΣΤΑ ΑΝΑΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ») στο οποίο παράρτημα η σύμβαση πίστωσης έχει λάβει α.α. ….] η δε ως άνω σύμβαση μεταβίβασης του χαρτοφυλακίου δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών και καταχωρίστηκε την 22/07/2020 σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου …./22.07.20 στον τόμο …. και με αριθμό …. σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 3156/2003. Ως προεκτέθηκε στο άρθρο 3 της από 21.7.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία «ΤΡΑΠΕΖΑ ……… Α.Ε. και της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «……..» (………) και η οποία καταχωρίστηκε την 22/07/2020 σε περίληψη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000 που τηρείται στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου …../22.07.20 στον τόμο … και με αριθμό …. όπου περιγράφεται ο τύπος των μεταβιβαζόμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων αναφέρεται ότι η σύμβαση αφορά σε «Απαιτήσεις (συμπεριλαμβανομένων μη εξυπηρετούμενων, καταγγελμένων και ενήμερων απαιτήσεων) από επιχειρηματικά δάνεια, καθώς και άλλα δάνεια, συνεδόμενα κατά κανόνα προς αυτά του Μεταβιβάζοντος (ΤΡΑΠΕΖΑ ……. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ) ….μετά των παρεπόμενων και διαπλαστικών δικαιωμάτων και των τυχόν εξασφαλίσεων αυτών ως αυτά αναλυτικά περιγράφονται στο Παράρτημα του παρόντος που μεταβιβάζονται στον Αποκτώντα σύμφωνα με τον ν. 3156/2003…» ενώ στο ίδιο άρθρο γίνεται ρητή αναφορά ότι η ανάθεση της διαχείρισης των δυνάμει της ως άνω σύμβασης μεταβιβαζομένων απαιτήσεων δίνεται στην εταιρία με την επωνυμία «……… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ, αναφέροντας τη μεταξύ της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας και της …… σύναψη της από 21.7.2020 ιδιωτικής σύμβασης διαχείρισης των σχετικών τιτλοποιημένων απαιτήσεων, η δε ως άνω από 21.07.2020 Σύμβαση Διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, μεταξύ της «……….» και της Διαχειρίστριας εταιρείας με την επωνυμία «……….. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με τον αμέσως επόμενο αύξοντα αριθμό της καταχώρισης της ως άνω σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, ήτοι με αριθμό πρωτοκόλλου …../22.07.2020, στον Τόμο …. και αριθμό ….. Έτσι, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η ανάθεση της διαχείρισης με την προαναφερόμενη σύμβαση διαχείρισης αφορούσε στο χαρτοφυλάκιο των απαιτήσεων που η αλλοδαπή εταιρία «………» είχε αποκτήσει από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ……… Α.Ε. δυνάμει της εν λόγω από 21.7.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι απορρέουσες από την υπ’ αριθμ. ………/29-12-2009 σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού απαιτήσεις. Ωστόσο, δυνάμει του από 01.03.2021 Ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της αλλοδαπής εταιρίας «……..» και της ως άνω Διαχειρίστριας εταιρείας ……. ακολούθησε η λύση της προαναφερόμενης από 21.07.2020 Σύμβασης Διαχείρισης, το δε σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης καταχωρήθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου …/17.03.2021 στα δημόσια βιβλία του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον Τόμο …. και με αριθμό …. με ρητή αναφορά κάτωθεν της καταχώρισης ότι ο αριθμός πρωτοκόλλου της αρχικής καταχώρησης είναι ο αριθμός καταχώρησης της ως άνω από 21.7.2020 Σύμβασης Διαχείρισης, ήτοι ο …./22.7.2020. Την ίδια ημέρα, ήτοι την 01.03.2021 μεταξύ της αλλοδαπής εταιρίας «………..» και της εταιρίας με την επωνυμία «……….. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» συνήφθη η από 01.03.2021 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων η οποία καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/17.03.21, στον Τόμο …. και αριθμό …. στην περίληψη δε της ως άνω σύμβασης δεν υπάρχει οιαδήποτε εξειδίκευση σχετικά με τις απαιτήσεις τη διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η «…….. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» ώστε να προκύπτει ότι αυτή η σύμβαση διαχείρισης αφορά στο χαρτοφυλάκιο των απαιτήσεων που η αλλοδαπή εταιρία «……….» είχε αποκτήσει από την «ΤΡΑΠΕΖΑ …….. Α.Ε. δυνάμει της εν λόγω από 21.7.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, στο οποίο περιλαμβάνονταν και οι απορρέουσες από την υπ` αριθμ. ……../29-12-2009 σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού απαιτήσεις είτε ότι είναι οι ίδιες που αφορούσε η προηγούμενη από 21.07.2020 Σύμβασης Διαχείρισης που συνήφθη μεταξύ αυτών και η οποία είχε ήδη λυθεί. Αντιθέτως μάλιστα ενώ η προηγούμενη, ήδη λυθείσα, από 21.07.2020 σύμβαση διαχείρισης στον όρο δ της περίληψης που αφορά σε περίληψη των εξουσιών του Διαχειριστή απαιτήσεων αναφέρει ότι περιλαμβάνει όλες τις υπηρεσίες είσπραξης τιτλοποιημένων απαιτήσεων (συμπεριλαμβανομένων μη εξυπηρετούμενων, καταγγελμένων και ενήμερων απαιτήσεων) από ως επί το πλείστον μη εξυπηρετούμενα επιχειρηματικά δάνεια, καθώς και άλλα δάνεια, συνδεόμενα κατά κανόνα προς αυτά μαζί με τα παρεπόμενα και διαπλαστικά δικαιώματα, απαιτήσεις και εξασφαλίσεις, όπως ενδεικτικά ενημέρωση και εξυπηρέτηση οφειλών, δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων, διατήρηση, διαχείριση και εκτέλεση εμπραγμάτων και ενοχικών εξασφαλίσεων κλπ, σε πλήρη αντιστοιχία με το χαρτοφυλάκιο που η αλλοδαπή εταιρία ………» είχε αποκτήσει από την «ΤΡΑΠΕΖΑ ……… Α.Ε. δυνάμει της από 21.7.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων και του οποίου τη διαχείριση ανέθεσε με την ως άνω σύμβαση διαχείρισης στην «……….. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ » στον όρο δ της περίληψης της νέας από 01.03.2021 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων που αφορά στην περίληψη των εξουσιών του Διαχειριστή απαιτήσεων αναφέρεται ότι αυτή περιλαμβάνει όλες τις υπηρεσίες είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιημένων απαιτήσεων (συμπεριλαμβανομένων μη εξυπηρετούμενων, καταγγελμένων και ενήμερων απαιτήσεων) από ως επί το πλείστον μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια, εξασφαλισμένα με προσημείωση υποθήκης ή/ και υποθήκη, καθώς και άλλα δάνεια συνδεόμενα κατά κανόνα με αυτά μαζί με τα παρεπόμενα και διαπλαστικά δικαιώματα, απαιτήσεις και εξασφαλίσεις, όπως ενδεικτικά ενημέρωση και εξυπηρέτηση οφειλών, δικαστική επιδίωξη απαιτήσεων, διατήρηση, διαχείριση και εκτέλεση εμπραγμάτων και ενοχικών εξασφαλίσεων κ.α. Ως εκ τούτου και ενόψει του ότι η επίδικη απαίτηση δεν αφορά σε απαίτηση από στεγαστικά δάνεια ή δάνεια συνδεόμενα με αυτά αφού απορρέει από την προαναφερόμενη υπ` αριθμ. ………/29-12-2009 σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και τις πρόσθετες πράξεις αυτού, η δε εν λόγω νέα από 1.3.2021 Σύμβαση Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων φαίνεται να αφορά σε ανάθεση σε αυτήν από την αλλοδαπή εταιρία ………..» υπηρεσιών είσπραξης και εν γένει διαχείρισης τιτλοποιημένων απαιτήσεων άλλου είδους (στεγαστικά δάνεια και δάνεια συνδεόμενα με αυτά) από εκείνες της από 21.7.2020 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων (επαγγελματικά δάνεια και δάνεια συνδεόμενα με αυτά) και δεδομένης και της έλλειψης οιασδήποτε σύνδεσης της εν λόγω 1.3.2021 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων με τις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν στην την αλλοδαπή εταιρία ………» από την «ΤΡΑΠΕΖΑ …….. Α.Ε. δυνάμει της από 21.7.2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων σε συνδυασμό και με το ότι μεταξύ της καταχώρισης της λύσης της προηγούμενης από 21.07.2020 Σύμβασης Διαχείρισης, της οποίας το σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης καταχωρήθηκε με αριθμό πρωτοκόλλου …/17.03.2021 στα δημόσια βιβλία του Ν.2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών στον Τόμο … και με αριθμό …. και της καταχώρισης της νέας από 01.03.2021 Σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών Απαιτήσεων που καταχωρήθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …/17.03.21, στον Τόμο … και αριθμό … μεσολαβούν άλλοι δύο αριθμοί, γεγονός που συνηγορεί ότι μεταξύ των δύο πράξεων έχουν λάβει χώρα και άλλες καταχωρίσεις δεν αποδεικνύεται ότι η καθής η ανακοπή εταιρία «………. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ » έχει αναλάβει την είσπραξη και διαχείριση των απαιτήσεων που απορρέουν από την επίδικη υπ`αρ. ……./29-12-2009 σύμβαση ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού και τις πρόσθετες πράξεις αυτής ώστε δεν αποδεικνύεται από τα επικαλούμενα με την αίτησή της και προσκομιζόμενα εκ μέρους της έγγραφα προς έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής η ενεργητική νομιμοποίηση αυτής, ως μη δικαιούχος διάδικος, την οποία επικαλέστηκε προς έκδοση της εν λόγω Διαταγής Πληρωμής. Επομένως, εξέλιπε η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της ενεργητικής νομιμοποίησης αυτής για τη νόμιμη έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής. Ως εκ τούτου το πρωτοβάθμιο που έκρινε ομοίως και δέχθηκε τον πρώτο λόγο ανακοπής των ανακοπτόντων και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής αν και με πιο συνοπτική αιτιολογία που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας (534 ΚΠολΔ) δεν έσφαλε και ορθώς ερμήνευσε το νόμο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Με το δεύτερο και τελευταίο λόγο έφεσής της η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεχόμενο τον πρώτο λόγο της ανακοπής των ανακοπτόντων και εξετάζοντας μόνο αυτόν ακύρωσε την 1076/2022 Διαταγή πληρωμής, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους της ως άνω ανακοπής και τους λοιπούς πρόσθετους λόγους αυτής ενώ έπρεπε να απορρίψει τον πρώτο λόγο ανακοπής και να εξετάσει και να απορρίψει και τους λοιπούς λόγους ανακοπής και πρόσθετους λόγους αυτής απορρίπτοντας την ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους στο σύνολό τους. Ο ως άνω λόγος έφεσης είναι απορριπτέος καθόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που εξέτασε τον πρώτο λόγο της ανακοπής των ανακοπτόντων και έκρινε αυτόν ως ουσιαστικά βάσιμο οπότε και ακύρωσε την 1076/2022 Διαταγή πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου δεν έσφαλε και ορθώς ερμήνευσε το νόμο ενώ κρίνοντας ότι παρήλκε η εξέταση των λοιπών λόγων ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθόσον η παραδοχή αυτοτελώς ως ουσιαστικά βάσιμου του πρώτου λόγου ανακοπής στηρίζει την αιτούμενη, με την ένδικη ανακοπή, έννομη προστασία, της ακύρωσης στο σύνολό της 1076/2022 ανακοπτόμενης Διαταγής Πληρωμής, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών προβαλλόμενων λόγων ακύρωσής της. Κατ`ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης και ενόψει της ήττας της εκκαλούσας, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 εδ. α` περ. Α. β` ΚΠολΔ, του κατατεθέντος για την άσκηση της έφεσης με αριθμό ………../2023 ηλεκτρονικού παράβολου, ποσού εκατό (150) ευρώ, κατ` εφαρμογή του εδ. ε` της, ως άνω, παραγράφου του ίδιου άρθρου. Η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας θα συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου υπήρξε ιδιαιτέρως δυσχερής ( άρθρα 179, 182 παρ. 2 και 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 26.10.2023 και με αριθμούς κατάθεσης ενώπιον της γραμματείας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου …/…/30.10.2023 (με στοιχεία προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου …/…/30.10.2023) έφεση κατά της 2674/25.7.2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ` ουσίαν την έφεση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της έφεσης ……../2023 ηλεκτρονικού παράβολου, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό της τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 09.09.2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 30.09.2025 χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Α.Σ.-Ρ.Κ.
**
nomos.gr
